ἐποικία

ἐποικ-ία, ,
A = ἀποικία, IG9(1).334.1 (in [dialect] Locr. form ἐπιϝοικία) ; but f.l. for ἀποικία, App.BC2.135.
II = ἐποίκιον 1, Gp.10.1.1(pl., s.v.l.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐποικία — ἐποικίᾱ , ἐποικία fem nom/voc/acc dual ἐποικίᾱ , ἐποικία fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποικίᾳ — ἐποικίᾱͅ , ἐποικία fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εποικία — η (AM ἐποικία) [έποικος] εγκατάσταση νέων αποίκων σε περιοχή που έχει ήδη εγκατασταθεί αποικία μσν. αγροτική κατοικία, βίλα …   Dictionary of Greek

  • ἐποίκια — ἐποίκιον outhouse neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποικίας — ἐποικίᾱς , ἐποικία fem acc pl ἐποικίᾱς , ἐποικία fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποικιῶν — ἐποικία fem gen pl ἐποικίζω settle in a colony fut part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Οικονομίδης — Επώνυμο Κυπρίων λογίων. 1. Πέτρος (; – 1821). Πρόκριτος, δημογέροντας και φιλικός. Καταγόταν από τη Λευκωσία της Κύπρου. Οι Τούρκοι υποπτεύθηκαν τη συνεργασία του με τους αρχηγούς της Ελληνικής Επανάστασης και τον αποκεφάλισαν μαζί με άλλους… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.